Φωτογραφία από εδώ.
Η παρακάτω Χριστουγεννιάτικη ιστορία για παιδιά είναι αποτέλεσμα δημιουργικής συγγραφής και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Οι αναφορές σε ονόματα είναι εντελώς τυχαίες. Τα δικαιώματα του συγγραφέα προστατεύονται. Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε εδώ.
---
Η ιστοριούλα είναι αφιερωμένη στην ανηψούλα μου που θα γεννηθεί με το καλό σε λίγες μέρες.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους! Θα τα πούμε πάλι τον Ιανουάριο!
Hellenic.Potion
---
Τα κάστανα ψήνονταν στη φωτιά και η μυρωδιά τους έκανε τα παιδιά να μαζευτούν δίπλα στο τζάκι. Το χιόνι εξω έπεφτε πυκνό και τα κλαδιά των πεύκων είχαν βαρύνει από τον όγκο του παγωμένου νερού, τόσο που ακουμπούσαν το ένα το άλλο. Ο Γιαννάκης, πιο μεγάλος από τη Μελίνα, βγήκε έξω στον κήπο για να γεμίσει με σπόρους το πλαστικό πιατάκι που είχε καρφώσει πάνω σ'ένα πάσαλο για να ταΐζει τα πουλιά που δεν είχαν αλλού να βρουν τροφή τέτοιες μέρες. Η ώρα είχε πάει πέντε το απόγευμα και ο ήλιος είχε αρχίσει ήδη να δύει. Ο Γιαννάκης μπήκε πάλι μέσα, έβγαλε το παλτό του που είχε γεμίσει χιόνια, το κρέμασε δίπλα στο τζάκι για να στεγνώσει, κάθισε στο σκαμνάκι του δίπλα στη φωτιά και περίμενε ανυπόμονος τη γιαγιά που έψηνε το φαγητό στην κουζίνα. Από το πρωί τους είχε υποσχεθεί παραμύθι και ακόμη τίποτα...
Η Μελίνα, κάθε τόσο ανακάτεβε τα αναμένα κάρβουνα στο τζάκι με τη μασιά.
"Πρόσεχε, θα σου πέσουν και θα πάρουμε φωτιά"
"Μμμμ, όλα τα ξέρεις. Δεν είμαι μικρή, ξέρω."
Και τι ήταν να το πει, να το το κάρβουνο που ξεφεύγει πάνω στο χαλάκι. Με μια κίνηση ο Γιαννάκης αρπάζει το μαντήλι από την τσέπη του, πιάνει το κάρβουνο και το πετάει πάλι στο τζάκι... μαζί με το μαντήλι!
“Τι κάνετε εδώ;”, ρωτάει η γιαγιά ερχόμενη από την κουζίνα.
“Τίποτε, περιμένουμε να μας πεις το παραμύθι!”, απάντησαν τα παιδιά!
“Τι είναι αυτό που καίει έτσι στο τζάκι; Δεν είπαμε δε θα παίζετε με τις χαρτοπετσέτες; Λεφτά κάνουν! Θα τις καίμε μόνο όταν είναι λερωμένες!”
Τα παιδιά δεν απάντησαν τίποτα και κάνοντας τα ανήξερα κοιτούσαν τα κάστανα.
“Γιαγιά, θα μας καθαρίζεις κάστανα όσο μας λες το παραμύθι;”, είπε η Μελίνα.
“Εγώ δε θέλω, είμαι μεγάλος, τα καθαρίζω μόνος μου”, πετάχτηκε ο “άντρας” της παρέας.
Η γιαγιά κάθισε στην ξύλινη πολυθρόνα της αφού πρώτα βόλεψε το μαξιλάρι της, πήρε το πλεκτό στα χέρια της και άρχισε το παραμύθι...
“Τα παλιά εκείνα χρόνια, το χωριό δεν ήταν ήσυχο όπως είναι σήμερα. Πολλά αερικά και πολλά κακά πράγματα κυκλοφορούσαν μέσα στο δάσος και την περίοδο του Δωδεκάμερου έβγαιναν στο χωριό για να πειράξουν τον κόσμο.”
“Δηλαδή γιαγιά; Φαντάσματα;”, ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια της η μικρή.
“Εμ, τί; Στρουμφάκια;”, απάντησε ο Γιαννάκης.
Η γιαγιά συνέχισε μη δίνοντας σημασία.
Το πιο γνωστό αερικό απ'όλα δεν ήταν φάντασμα. Είχε τη μορφή κανονικού ανθρώπου και έβγαινε το σούρουπο μέσα στο χωριό. Το όνομά του ήταν “Γητευτής”.
“Τι θα πει γιαγιά;”, είπε η Μελίνα και η φωνή της σα να έτρεμε λίγο.
“Θα πεί μάγος που κάνει κακά μαγικά ψυθιρίζοντας τα ξόρκια του από μακρυά. Τα λόγια του τα λέει τόσο σιγά που δεν τα ακούει κανείς. Μόνο αν κρατάς μαζί σου φυλαχτό της Παναγίας τον ακούς και προλαβαίνεις να προστατευτείς.”
“Και πως προστατεύεσαι;”, είπαν αυτά τη φορα σε συγχορδία τα παιδιά.
“Το φυλαχτό της Παναγίας σε κάνει και τον ακούς και μόλις τον ακούσεις πρέπει να πείς:
“Και φεύγει έτσι γιαγιά;”
“Ουυυ, μόνο φεύγει; Καπνός γίνεται!”
“Και τι έκανε τότε ο Γητευτής γιαγιά;”
Τη χρονιά εκείνη ο παππούς σας είχε κατέβει στην πόλη με το άλογο για να δώσει στην αδερφή του τα γλυκά και τα δώρα που είχα ετοιμάσει. Στο γυρισμό, δεν πήγε από το δρόμο, αλλά μπήκε μέσα στο δάσος από τη στροφή του μοναστηριού του Αγίου Σύλλα. Περπάτησε για καμία ώρα περίπου και κάπου εκεί ανάμεσα στα δέντρα είδε κάτι να κινείται. Το άλογό του σταμάτησε αλλά ο παππούς το σπιρούνισε να συνεχίσει. Τίποτα! Το άλογο καθόταν ακίνητο στη θέση του. Ούτε μπρός ούτε πίσω. Τότε ο παππούς σας άκουσε κάτι ψιθύρους πίσω από τα δέντρα και είδε έναν άντρα, ντυμένο με μια παλιά, κουρελιασμένη μαύρη κάπα να βγαίνει πίσω από τους θάμνους. Το κεφάλι του και το πρόσωπό του ήταν σκεπασμένα με ένα παλιό μαντήλι και μέσα στο σκοτάδι το μόνο που φαινόταν ήταν τα κατακόκκινα μάτια του.
Ο παππούς κατάλαβε ότι ήταν ο Γητευτής γιατί είχε μαζί του το φυλαχτό, αλλά δε θυμόταν τα λόγια που έπρεπε να πει.
“Ρε, πατριώτη”, του φώναξε, “γιατί δεν έρχεσαι να μου τα πεις από κοντά αυτά που λες και κάθεσαι μακρυά μου. Δεν πιστεύω να με φοβάσαι!”
Το αερικό σταμάτησε να ψιθυρίζει. Μετά από αρκετή ώρα που ο ένας κοιτούσε τον άλλο, άρχισε να πλησιάζει τον παππού σας.”
“Γιαγιά μη λες άλλο, φοβάμαι”, φώναξε η Μελίνα και πήγε στην αγκαλιά της γιαγιάς.
“Πες γιαγιά, πες!”, αντιφώναξε ο Γιαννάκης, αλλά τα χεράκια του σφίχτηκαν...
“Μη φοβάσαι Μελίνάκι”, είπε η γιαγιά, “και θα δεις πως τελείωσε η ιστορία”.
“Ο Γητευτής πλησίασε τον παππού με αργά και βαριά βήματα. Τα μάτια του τώρα φαινόταν ακόμη πιο κόκκινα και σχεδόν φώτιζαν το σκαμμένο πρόσωπό του. Κοίταξε τον παππού στα μάτια, σήκωσε το χέρι και σιγά σιγά κατέβασε το μαντήλι του αποκαλύπτωντας την αποκρουστική του όψη.
“Στον πόλεμο το έπαθες πατριώτη; Είχα κι εγώ ένα φίλο, πέθανε ο κακομοίρης προπέρυσι, και το ίδιο μ'εσένα ήτανε. Σκαμένη ήτανε όλη η μούρη του γιατί είχε σκάσει μια οβίδα κοντά του και τον είχανε χτυπήσει οι πέτρες! Θεός σχωρέστον τον μακαρίτη το Θανασάκη, πολύ καλό παιδί ήταν!”
Ο Γητευτής δεν καλαρέστηκε με αυτά που του είπε ο παππούς. Πλησίασε αργά στο πρόσωπο του παππού, τον κοίταξε στα μάτια και του ψυθίρισε στο αυτί με μια απόκοσμη φωνή το όνομά του: “Γητευτήηηηηηηηηςςςςς”.
“Πατριώτη δεν ξέρω τι λες αλλά το χνώτο σου βρωμάει λίγο... μπας και πεινάς; Να σου δώσω κομμάτι τυρί και ψωμί που μου έβαλε η γυναίκα μου; Έχω και κάτι σοκολάτες που πήρα για τα παιδιά μου, αλλά χαλάλι σου, ψυχικό θα κάνω, δε θα αφήσω πεινασμένο άνθρωπο στο δρόμο!”
Ο Γητευτής, μάλλον για πρώτη φορά, έδειξε λίγο να τα χάνει. Ο παππούς, από τη μία προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο μπας και θυμηθεί τα λόγια του, από την άλλη, σίγουρος ότι δε θα τα θυμηθεί, έψαχνε να βρει τρόπο να ξεφύγει από το αερικό... αλλά τρόπος δεν υπήρχε.
“Δεν κατάλαβες ποιος είμαι;”, ρώτησε αργά και ψυθιριστά το αερικό στον παππού. “Σε λίγη ώρα θα χάσεις το μυαλό σου. Όλο το χρυσάφι του κόσμου να μου δώσεις, δε θα σε αφήσω. Είσαι δικός μου!”
Κι ακούγοντας τα λόγια αυτά ο παππούς, κατέβασε την ιδέα!
“Όλο το χρυσάφι του κόσμου δεν το έχω”, του απάντησε, “αλλά ένα τσουβαλάκι αν θέλεις, κάτι μπορεί να γίνει!”
Τα αερικά των Χριστουγέννων λατρεύουν το χρυσό! Η αλήθεια είναι ότι ο παππούς το ήξερε αυτό, όπως και όλοι οι χωριανοί. Όσοι τρελάθηκαν από αερικό βρέθηκαν χωρίς λεφτά, χωρίς κρεμαστά, χωρίς χρυσαφικά γιατί εκτός από την ψυχή τους, τα αερικά τους έπαιρναν και το χρυσό. Και ο Γητευτής, σαν γνήσιο αερικό, έπεσε στην παγίδα!”
Η Μελίνα, μόλις άκουσε αυτή την εξέλιξη, κατέβηκε από την αγκαλιά της γιαγιάς, στην οποία είχε κουλουριαστεί, κάθισε στο σκαμνάκι της και έκανε τη δήλωση: “Δε φοβάμαι τώρα! Τι έγινε μετά; Για πες γιαγιά!”
Η γιαγιά χαμογέλασε και συνέχισε.
“Ο Γητευτής μόλις άκουσε για το τσουβαλάκι με το χρυσό άλλαξε τροπάριο.”
“Πού το έχεις; Σπίτι σου;”
“Όχι, είναι κρυμένο στον πάτο μιας λιμνης εδώ κοντά!”, του απάντησε ο παππους!”
“Και πως δεν το ξέρω εγώ;"
“Δεν το ξέρεις γιατί σ'εκείνη τη λίμνη εσύ δεν μπαίνεις, εγώ όμως μπορώ να μπώ!”
“Και ποια είναι αυτή η λίμνη;”
“Είναι η πηγή με το αγίασμα, στο ξωκλήσι της Παναγίας της Ελατούσας.”
“Εκεί που φτιάχνετε να φυλαχτά για να με ακούτε;”
“Ναί εκεί!”
Το αερικό σκέφτηκε λίγο. Τα φυλαχτά τον φανέρωναν, αλλά δεν του έκαναν κανένα κακό. Οπότε τι είχε να χάσει;
“Πάμε!”, είπε ξερά!
Άρπαξε τον παππού σου από τη μέση, τον τύλιξε στην κάπα του και με ένα σάλτο πέταξε μέχρι την πόρτα του εξωκλησιού! Ο παππούς σας εκεί τα χρειάστηκε. Δεν είχαν βγει τότε ακόμη τα αεροπλάνα και του έπεσε κομμάτι βαριά η “Ολυμπιακή” εκείνη την εποχή. Όταν βγήκε από την κάπα του ξωτικού, είδε μπροστά του την εικόνα της Παναγίας!
“Αναθεματισμένα αερικά, και στις εκκλησίες μπάινουνε;”, σκέφτηκε.
Στη μέση του ναού βρισκόταν το μεγάλο βαπτιστήριο με τις προσφορές των πιστών στον πάτο του νερού! Κανείς δεν τολμούσε να κλέψει από εκεί τίποτε, από σεβασμό την Παναγία! Οι χρυσές λίρες γυάλιζαν στον πάτο του βαπτιστηρίου με το φως των καντηλιών και το κόκκινο μάτι του αερικού θόλωσε!
“Βούτα και μάζεψέ τα!”, είπε με μια τρομακτική φωνή!
Ο παππούς γύρισε στο εικόνισμα της Παναγίας και είπε “Συγχώρεσέ με Παναγία μου που σου παίρνω τα χρυσά σου, αλλά 7 στόματα έχω να θρέψω κι αν με τρελάνει ο εξαποδώ θα πεινάσουν!
“Βούτα είπααααα!”, φώναξε το αερικό και τον έσπρωξε με μιας μέσα στο παγωμένο νερό.
Το βάθος του βαπτιστηρίου είναι περίπου 2 μέτρα. Πολλά χρόνια πριν, η Παναγία φανερώθηκε σε έναν συγχωριανό και του ζήτησε οι κάτοικοι του χωριού να φτιάξουν το βαπτιστήριό της σ'εκείνη τη φυσική λίμνη και να βαπτίζουν εκεί τα κορίτσια τους. Κι όταν τελείωσε το βαπτιστήριο, φανερώθηκε πάλι και για να ευχαριστήσει τον κόσμο της ,έδειξε στις γυναίκες πως να φτιάχνουν τα φυλαχτά για να προστατεύονται οι ίδιες και οι οικογένειές τους.
Ο παππούς σας μετά την απρόσμενη βουτιά βγήκε στην επιφάνεια, πήρε βαθειά αναπνοή και άρχισε να βουτάει και να βγάζει χούφτες-χούφτες το χρυσό! Το αερικό, εβγαλε από την κάπα του ένα τρίχινο τσουβάλι και άρχισε να μαζεύει τον απρόσμενο θησαυρό!
Αρκετή ώρα μετά, ο παππούς σας είχε βγάλει όλο το χρυσάφι από το βαπτιστήριο και βγήκε έξω από το νερό.
“Τελείωσα!”, είπε στο Γητευτή. “Άσε με τώρα να φύγω!”
Το δαιμόνιο αερικό έβγαλε από το στόμα του ένα σατανικό γέλιο που αντήχησε σε όλη την εκκλησία.
“Νομίζεις ότι θα σε αφήσω να γυρίσεις σπίτι σου; Τι σου είχα πει; Όλο το χρυσάφι του κόσμου να μου δώσεις δε σε αφήνω. Είσαι δικός μου!”
Και τότε ο παππούς σας απάντησε:
Εν τω μεταξύ, ενώ η γιαγιά έλεγε στα παιδιά την ιστορία, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο παππούς, φορτωμένος με τσάντες. Τα παιδιά δεν του έδωσαν καμία σημασία!
“Και πως τα θυμήθηκε τα λόγια ο παππούς μας γιαγιά; Από το κρύο μπάνιο;”
“Αφού ήταν γραμμένα σε πλάκα στον πάτο του βαπτιστηρίου!”, απάντησε ο παππούς. “Με το που άδειασε ο πάτος από το χρυσό, φάνηκε η πλάκα κι έτσι τα διάβασα!”
“Και τι έπαθε μετά το αερικό;”, ρώτησε το Μελινάκι!
“Ουυυυυ... Έγινε σκόνη και καπνός και του έπεσαν όλα τα χρυσά πάλι μέσα στο βαπτιστήριο!”
“Αλήθεια παππού; Και δεν πήρε τίποτα μαζί του;”
“Ούτε ένα ευρώ σου λέω!”
“Υπήρχαν τότε ευρώ;”, ρώτησε πάλι το Μελινιώ!
“Γιατί υπήρχε φώς στον πάτο του βαπτιστηρίου να διαβάσει ο παππούς την πλάκα; Χαζή!”, σιγοψυθίρισε ο Γιαννάκης.
“Έλα εσύ, έξυπνε επιστήμονα! Όλα τα ξέρεις! Έλα να δούμε τι δώρο σου πήρε ο παππούς σου!”
Το χιόνι συνέχισε να πέφτει όλη τη νύχτα και το χωριό φαινόταν σα να βγαίνει μέσα από παραμύθι. Οι σκεπές, ασπροφορτωμένες αντανακλούσαν μαγικά το φως του φεγγαριού ενώ τα τζάκια έκαιγαν ασταμάτητα δίνοντας στον αέρα του χωριού τη μυρωδιά καμμένου ξύλου. Παντού γαλήνη. Παντού ησυχία. Μόνο εκεί, στην άκρη του δάσους, πίσω από ένα πεύκο, ένα απόκοσμο όν, τυλιγμένο με μια μαύρη κουρελιασμένη κάπα ψυθίριζε... τα δικά του παθήματα!
Η Μελίνα, κάθε τόσο ανακάτεβε τα αναμένα κάρβουνα στο τζάκι με τη μασιά.
"Πρόσεχε, θα σου πέσουν και θα πάρουμε φωτιά"
"Μμμμ, όλα τα ξέρεις. Δεν είμαι μικρή, ξέρω."
Και τι ήταν να το πει, να το το κάρβουνο που ξεφεύγει πάνω στο χαλάκι. Με μια κίνηση ο Γιαννάκης αρπάζει το μαντήλι από την τσέπη του, πιάνει το κάρβουνο και το πετάει πάλι στο τζάκι... μαζί με το μαντήλι!
“Τι κάνετε εδώ;”, ρωτάει η γιαγιά ερχόμενη από την κουζίνα.
“Τίποτε, περιμένουμε να μας πεις το παραμύθι!”, απάντησαν τα παιδιά!
“Τι είναι αυτό που καίει έτσι στο τζάκι; Δεν είπαμε δε θα παίζετε με τις χαρτοπετσέτες; Λεφτά κάνουν! Θα τις καίμε μόνο όταν είναι λερωμένες!”
Τα παιδιά δεν απάντησαν τίποτα και κάνοντας τα ανήξερα κοιτούσαν τα κάστανα.
“Γιαγιά, θα μας καθαρίζεις κάστανα όσο μας λες το παραμύθι;”, είπε η Μελίνα.
“Εγώ δε θέλω, είμαι μεγάλος, τα καθαρίζω μόνος μου”, πετάχτηκε ο “άντρας” της παρέας.
Η γιαγιά κάθισε στην ξύλινη πολυθρόνα της αφού πρώτα βόλεψε το μαξιλάρι της, πήρε το πλεκτό στα χέρια της και άρχισε το παραμύθι...
“Τα παλιά εκείνα χρόνια, το χωριό δεν ήταν ήσυχο όπως είναι σήμερα. Πολλά αερικά και πολλά κακά πράγματα κυκλοφορούσαν μέσα στο δάσος και την περίοδο του Δωδεκάμερου έβγαιναν στο χωριό για να πειράξουν τον κόσμο.”
“Δηλαδή γιαγιά; Φαντάσματα;”, ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια της η μικρή.
“Εμ, τί; Στρουμφάκια;”, απάντησε ο Γιαννάκης.
Η γιαγιά συνέχισε μη δίνοντας σημασία.
Το πιο γνωστό αερικό απ'όλα δεν ήταν φάντασμα. Είχε τη μορφή κανονικού ανθρώπου και έβγαινε το σούρουπο μέσα στο χωριό. Το όνομά του ήταν “Γητευτής”.
“Τι θα πει γιαγιά;”, είπε η Μελίνα και η φωνή της σα να έτρεμε λίγο.
“Θα πεί μάγος που κάνει κακά μαγικά ψυθιρίζοντας τα ξόρκια του από μακρυά. Τα λόγια του τα λέει τόσο σιγά που δεν τα ακούει κανείς. Μόνο αν κρατάς μαζί σου φυλαχτό της Παναγίας τον ακούς και προλαβαίνεις να προστατευτείς.”
“Και πως προστατεύεσαι;”, είπαν αυτά τη φορα σε συγχορδία τα παιδιά.
“Το φυλαχτό της Παναγίας σε κάνει και τον ακούς και μόλις τον ακούσεις πρέπει να πείς:
Πιπεράκι του Χριστούλη
κάψ'τη γλώσσα του παππούλη
που κακά λογάκια λέει
και το ξόρκι αυτό τα καίει.”
που κακά λογάκια λέει
και το ξόρκι αυτό τα καίει.”
“Και φεύγει έτσι γιαγιά;”
“Ουυυ, μόνο φεύγει; Καπνός γίνεται!”
“Και τι έκανε τότε ο Γητευτής γιαγιά;”
Τη χρονιά εκείνη ο παππούς σας είχε κατέβει στην πόλη με το άλογο για να δώσει στην αδερφή του τα γλυκά και τα δώρα που είχα ετοιμάσει. Στο γυρισμό, δεν πήγε από το δρόμο, αλλά μπήκε μέσα στο δάσος από τη στροφή του μοναστηριού του Αγίου Σύλλα. Περπάτησε για καμία ώρα περίπου και κάπου εκεί ανάμεσα στα δέντρα είδε κάτι να κινείται. Το άλογό του σταμάτησε αλλά ο παππούς το σπιρούνισε να συνεχίσει. Τίποτα! Το άλογο καθόταν ακίνητο στη θέση του. Ούτε μπρός ούτε πίσω. Τότε ο παππούς σας άκουσε κάτι ψιθύρους πίσω από τα δέντρα και είδε έναν άντρα, ντυμένο με μια παλιά, κουρελιασμένη μαύρη κάπα να βγαίνει πίσω από τους θάμνους. Το κεφάλι του και το πρόσωπό του ήταν σκεπασμένα με ένα παλιό μαντήλι και μέσα στο σκοτάδι το μόνο που φαινόταν ήταν τα κατακόκκινα μάτια του.
Ο παππούς κατάλαβε ότι ήταν ο Γητευτής γιατί είχε μαζί του το φυλαχτό, αλλά δε θυμόταν τα λόγια που έπρεπε να πει.
“Ρε, πατριώτη”, του φώναξε, “γιατί δεν έρχεσαι να μου τα πεις από κοντά αυτά που λες και κάθεσαι μακρυά μου. Δεν πιστεύω να με φοβάσαι!”
Το αερικό σταμάτησε να ψιθυρίζει. Μετά από αρκετή ώρα που ο ένας κοιτούσε τον άλλο, άρχισε να πλησιάζει τον παππού σας.”
“Γιαγιά μη λες άλλο, φοβάμαι”, φώναξε η Μελίνα και πήγε στην αγκαλιά της γιαγιάς.
“Πες γιαγιά, πες!”, αντιφώναξε ο Γιαννάκης, αλλά τα χεράκια του σφίχτηκαν...
“Μη φοβάσαι Μελίνάκι”, είπε η γιαγιά, “και θα δεις πως τελείωσε η ιστορία”.
“Ο Γητευτής πλησίασε τον παππού με αργά και βαριά βήματα. Τα μάτια του τώρα φαινόταν ακόμη πιο κόκκινα και σχεδόν φώτιζαν το σκαμμένο πρόσωπό του. Κοίταξε τον παππού στα μάτια, σήκωσε το χέρι και σιγά σιγά κατέβασε το μαντήλι του αποκαλύπτωντας την αποκρουστική του όψη.
“Στον πόλεμο το έπαθες πατριώτη; Είχα κι εγώ ένα φίλο, πέθανε ο κακομοίρης προπέρυσι, και το ίδιο μ'εσένα ήτανε. Σκαμένη ήτανε όλη η μούρη του γιατί είχε σκάσει μια οβίδα κοντά του και τον είχανε χτυπήσει οι πέτρες! Θεός σχωρέστον τον μακαρίτη το Θανασάκη, πολύ καλό παιδί ήταν!”
Ο Γητευτής δεν καλαρέστηκε με αυτά που του είπε ο παππούς. Πλησίασε αργά στο πρόσωπο του παππού, τον κοίταξε στα μάτια και του ψυθίρισε στο αυτί με μια απόκοσμη φωνή το όνομά του: “Γητευτήηηηηηηηηςςςςς”.
“Πατριώτη δεν ξέρω τι λες αλλά το χνώτο σου βρωμάει λίγο... μπας και πεινάς; Να σου δώσω κομμάτι τυρί και ψωμί που μου έβαλε η γυναίκα μου; Έχω και κάτι σοκολάτες που πήρα για τα παιδιά μου, αλλά χαλάλι σου, ψυχικό θα κάνω, δε θα αφήσω πεινασμένο άνθρωπο στο δρόμο!”
Ο Γητευτής, μάλλον για πρώτη φορά, έδειξε λίγο να τα χάνει. Ο παππούς, από τη μία προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο μπας και θυμηθεί τα λόγια του, από την άλλη, σίγουρος ότι δε θα τα θυμηθεί, έψαχνε να βρει τρόπο να ξεφύγει από το αερικό... αλλά τρόπος δεν υπήρχε.
“Δεν κατάλαβες ποιος είμαι;”, ρώτησε αργά και ψυθιριστά το αερικό στον παππού. “Σε λίγη ώρα θα χάσεις το μυαλό σου. Όλο το χρυσάφι του κόσμου να μου δώσεις, δε θα σε αφήσω. Είσαι δικός μου!”
Κι ακούγοντας τα λόγια αυτά ο παππούς, κατέβασε την ιδέα!
“Όλο το χρυσάφι του κόσμου δεν το έχω”, του απάντησε, “αλλά ένα τσουβαλάκι αν θέλεις, κάτι μπορεί να γίνει!”
Τα αερικά των Χριστουγέννων λατρεύουν το χρυσό! Η αλήθεια είναι ότι ο παππούς το ήξερε αυτό, όπως και όλοι οι χωριανοί. Όσοι τρελάθηκαν από αερικό βρέθηκαν χωρίς λεφτά, χωρίς κρεμαστά, χωρίς χρυσαφικά γιατί εκτός από την ψυχή τους, τα αερικά τους έπαιρναν και το χρυσό. Και ο Γητευτής, σαν γνήσιο αερικό, έπεσε στην παγίδα!”
Η Μελίνα, μόλις άκουσε αυτή την εξέλιξη, κατέβηκε από την αγκαλιά της γιαγιάς, στην οποία είχε κουλουριαστεί, κάθισε στο σκαμνάκι της και έκανε τη δήλωση: “Δε φοβάμαι τώρα! Τι έγινε μετά; Για πες γιαγιά!”
Η γιαγιά χαμογέλασε και συνέχισε.
“Ο Γητευτής μόλις άκουσε για το τσουβαλάκι με το χρυσό άλλαξε τροπάριο.”
“Πού το έχεις; Σπίτι σου;”
“Όχι, είναι κρυμένο στον πάτο μιας λιμνης εδώ κοντά!”, του απάντησε ο παππους!”
“Και πως δεν το ξέρω εγώ;"
“Δεν το ξέρεις γιατί σ'εκείνη τη λίμνη εσύ δεν μπαίνεις, εγώ όμως μπορώ να μπώ!”
“Και ποια είναι αυτή η λίμνη;”
“Είναι η πηγή με το αγίασμα, στο ξωκλήσι της Παναγίας της Ελατούσας.”
“Εκεί που φτιάχνετε να φυλαχτά για να με ακούτε;”
“Ναί εκεί!”
Το αερικό σκέφτηκε λίγο. Τα φυλαχτά τον φανέρωναν, αλλά δεν του έκαναν κανένα κακό. Οπότε τι είχε να χάσει;
“Πάμε!”, είπε ξερά!
Άρπαξε τον παππού σου από τη μέση, τον τύλιξε στην κάπα του και με ένα σάλτο πέταξε μέχρι την πόρτα του εξωκλησιού! Ο παππούς σας εκεί τα χρειάστηκε. Δεν είχαν βγει τότε ακόμη τα αεροπλάνα και του έπεσε κομμάτι βαριά η “Ολυμπιακή” εκείνη την εποχή. Όταν βγήκε από την κάπα του ξωτικού, είδε μπροστά του την εικόνα της Παναγίας!
“Αναθεματισμένα αερικά, και στις εκκλησίες μπάινουνε;”, σκέφτηκε.
Στη μέση του ναού βρισκόταν το μεγάλο βαπτιστήριο με τις προσφορές των πιστών στον πάτο του νερού! Κανείς δεν τολμούσε να κλέψει από εκεί τίποτε, από σεβασμό την Παναγία! Οι χρυσές λίρες γυάλιζαν στον πάτο του βαπτιστηρίου με το φως των καντηλιών και το κόκκινο μάτι του αερικού θόλωσε!
“Βούτα και μάζεψέ τα!”, είπε με μια τρομακτική φωνή!
Ο παππούς γύρισε στο εικόνισμα της Παναγίας και είπε “Συγχώρεσέ με Παναγία μου που σου παίρνω τα χρυσά σου, αλλά 7 στόματα έχω να θρέψω κι αν με τρελάνει ο εξαποδώ θα πεινάσουν!
“Βούτα είπααααα!”, φώναξε το αερικό και τον έσπρωξε με μιας μέσα στο παγωμένο νερό.
Το βάθος του βαπτιστηρίου είναι περίπου 2 μέτρα. Πολλά χρόνια πριν, η Παναγία φανερώθηκε σε έναν συγχωριανό και του ζήτησε οι κάτοικοι του χωριού να φτιάξουν το βαπτιστήριό της σ'εκείνη τη φυσική λίμνη και να βαπτίζουν εκεί τα κορίτσια τους. Κι όταν τελείωσε το βαπτιστήριο, φανερώθηκε πάλι και για να ευχαριστήσει τον κόσμο της ,έδειξε στις γυναίκες πως να φτιάχνουν τα φυλαχτά για να προστατεύονται οι ίδιες και οι οικογένειές τους.
Ο παππούς σας μετά την απρόσμενη βουτιά βγήκε στην επιφάνεια, πήρε βαθειά αναπνοή και άρχισε να βουτάει και να βγάζει χούφτες-χούφτες το χρυσό! Το αερικό, εβγαλε από την κάπα του ένα τρίχινο τσουβάλι και άρχισε να μαζεύει τον απρόσμενο θησαυρό!
Αρκετή ώρα μετά, ο παππούς σας είχε βγάλει όλο το χρυσάφι από το βαπτιστήριο και βγήκε έξω από το νερό.
“Τελείωσα!”, είπε στο Γητευτή. “Άσε με τώρα να φύγω!”
Το δαιμόνιο αερικό έβγαλε από το στόμα του ένα σατανικό γέλιο που αντήχησε σε όλη την εκκλησία.
“Νομίζεις ότι θα σε αφήσω να γυρίσεις σπίτι σου; Τι σου είχα πει; Όλο το χρυσάφι του κόσμου να μου δώσεις δε σε αφήνω. Είσαι δικός μου!”
Και τότε ο παππούς σας απάντησε:
“Πιπεράκι του Χριστούλη
κάψ'τη γλώσσα του παππούλη
που κακά λογάκια λέει
και το ξόρκι αυτό τα καίει.”
που κακά λογάκια λέει
και το ξόρκι αυτό τα καίει.”
Εν τω μεταξύ, ενώ η γιαγιά έλεγε στα παιδιά την ιστορία, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο παππούς, φορτωμένος με τσάντες. Τα παιδιά δεν του έδωσαν καμία σημασία!
“Και πως τα θυμήθηκε τα λόγια ο παππούς μας γιαγιά; Από το κρύο μπάνιο;”
“Αφού ήταν γραμμένα σε πλάκα στον πάτο του βαπτιστηρίου!”, απάντησε ο παππούς. “Με το που άδειασε ο πάτος από το χρυσό, φάνηκε η πλάκα κι έτσι τα διάβασα!”
“Και τι έπαθε μετά το αερικό;”, ρώτησε το Μελινάκι!
“Ουυυυυ... Έγινε σκόνη και καπνός και του έπεσαν όλα τα χρυσά πάλι μέσα στο βαπτιστήριο!”
“Αλήθεια παππού; Και δεν πήρε τίποτα μαζί του;”
“Ούτε ένα ευρώ σου λέω!”
“Υπήρχαν τότε ευρώ;”, ρώτησε πάλι το Μελινιώ!
“Γιατί υπήρχε φώς στον πάτο του βαπτιστηρίου να διαβάσει ο παππούς την πλάκα; Χαζή!”, σιγοψυθίρισε ο Γιαννάκης.
“Έλα εσύ, έξυπνε επιστήμονα! Όλα τα ξέρεις! Έλα να δούμε τι δώρο σου πήρε ο παππούς σου!”
Το χιόνι συνέχισε να πέφτει όλη τη νύχτα και το χωριό φαινόταν σα να βγαίνει μέσα από παραμύθι. Οι σκεπές, ασπροφορτωμένες αντανακλούσαν μαγικά το φως του φεγγαριού ενώ τα τζάκια έκαιγαν ασταμάτητα δίνοντας στον αέρα του χωριού τη μυρωδιά καμμένου ξύλου. Παντού γαλήνη. Παντού ησυχία. Μόνο εκεί, στην άκρη του δάσους, πίσω από ένα πεύκο, ένα απόκοσμο όν, τυλιγμένο με μια μαύρη κουρελιασμένη κάπα ψυθίριζε... τα δικά του παθήματα!


14 ενεργοποιήσεις φαιάς ουσίας:
καλό .πολύ καλό .και καθόλου ερασιτεχνικό.μ'αρεσε πολύ .καλές γιορτές σου εύχομαι ολόψυχα .καλώς να βρεις την οικογένεια σου.και με το καλό να δεχτείς το μωράκι σας.με ένα πόνο να πεις της αδελφή σου απο μένα .
Όμορφη και έξυπνη ιστορία!
Χρόνια Πολλά και με το καλό να υποδεχθείτε τη μικρούλα σας.
Χρόνια πολλά Γιάννη μου, καλά Χριστούγεννα με υγεία, αγάπη και χαρά και με το καλό να έρθει το μωρό σας! Ευχές και φιλιά σε σένα και τη μαμά!
ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΦΙΛΕ ΜΟΥ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ.
ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΝΑ ΕΡΘΕΙ Η ΜΙΚΡΗ.
Όμορφο αφιέρωμα για μια ανηψούλα που γενιέται. Τυχερή να είναι.
καλά Χριστούγεννα, καλές γιορτές
iperoxi i istoria sou!!!
Kala Xristougenna me igeia pano ap ola kai boliki agapi!!!! kala na peraseis!!! filiaaaa polla! :)
Όμορφη ιστορία, δεν σταματάς τις εκπλήξεις ποτέ, ε?
Χρόνια πολλά, καλώς να δεχθείτε την ανηψούλα σου, με υγεία πάνω απ' όλα!
Κάθε επιθυμία σου ευχή μου :)
Με ταξίδεψες "Γητευτή" με την ιστορία σου. Να γράφεις συχνότερα. Είσαι ταλεντάκι....
Χρόνια Πολλά εύχομαι . Να περάσεις καλά αυτές τις μέρες με τους αγαπημένους σου
τρελλαινομαι για παραμύθια!
Αν από τώρα λές στην αγέννητη ανιψιά παραμύθια φαντάζομαι τι χαζοθείος θα γίνεις όταν γεννηθεί!!
Χαρούμενες γιορτές να περάσεις με'ενα ευτυχισμένο και γεμάτο δώρα αγάπης 2010!!
ΕΥΧΟΜΑΙ Η ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ 2010 ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΗ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ.
Xronia polla kai kali xronia gemati igeia, agapi kai xara!!! na peraseis iperoxa me tous agapimenous sou!!! filiaaaa polla! :)
Γερή και καλότυχη η ανηψούλα σου! Καλή χρονιά να έχεις φίλε Γιάννη.
Πολύ όμορφο το παραμυθι.
ΦΙΛΕ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΠΟΛΛΑ .
Δημοσίευση σχολίου